ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΠΟΙΗΣΗ
Κριός
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
Θά ῾θελᾳ νὰ φωνάξω τ᾿ ὄνομά σου, ἀγάπη, μ᾿ ὅλη μου τὴν δύναμη.
Νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ χτίστες ἀπ᾿ τὶς σκαλωσιὲς καὶ νὰ φιλιοῦνται μὲ τὸν ἥλιο
νὰ τὸ μάθουν στὰ καράβια οἱ θερμαστὲς καὶ ν᾿ ἀνασάνουν ὅλα τὰ τριαντάφυλλα
νὰ τ᾿ ἀκούσει ἡ ἄνοιξη καὶ νά ῾ρχεται πιὸ γρήγορα
νὰ τὸ μάθουν τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ μὴν φοβοῦνται τὸ σκοτάδι,
νὰ τὸ λένε τὰ καλάμια στὶς ἀκροποταμιές, τὰ τρυγόνια πάνω στοὺς φράχτες
νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ πρωτεύουσες τοῦ κόσμου καὶ νὰ τὸ ξαναποῦνε μ ὅλες τὶς καμπάνες τους
νὰ τὸ κουβεντιάζουνε τὰ βράδια οἱ πλύστρες χαϊδεύοντας τὰ πρησμένα χέρια τους.
Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ
ποὺ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο
καμιὰ ἐλπίδα πιὰ νὰ μὴν πεθάνει.
Νὰ τ᾿ ἀκούσει ὁ χρόνος καὶ νὰ μὴν σ᾿ ἀγγίξει, ἀγάπη
μου, ποτέ.
Ταύρος
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ
Ηδονή
Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών
που ηύρα και που κράτηξα την ηδονή ως την ήθελα.
Χαρά και μύρο της ζωής μου εμένα, που αποστράφηκα
την κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας.
Δίδυμοι
ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΣΙΑ ΛΟΡΚΑ
Κοχύλι
Στη Νατάλια Χιμένεθ
Μου έφεραν ένα κοχύλι.
Μέσα του τραγουδάει
μια θάλασσα χάρτης.
Την καρδιά μου
γεμίζει νερό
με ψαράκια
σκουρόχρωμα και ασημένια.
Μου έφεραν ένα κοχύλι.
Καρκίνος
ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ
Τροία
Κάψαμε τὴν Τροία μὲ τὸν πυρσὸ τῆς Ἀγάπης!
Πάνω στὰ τείχη χόρεψαν οἱ φλόγες τῆς Ἑλένης.
Φώτισαν τριανταφυλλιὰ τὰ νερὰ στὸ καραβοστάσι,
ἔλαμψε κόκκινα ὁ χαλκὸς στὶς περικεφαλαῖες!
Τώρα τὰ πλοῖα θαλασσοδέρνουνται ξυλάρμενα
ἀνάμεσ᾿ ἀπὸ τρόμους καὶ λαχτάρες.
Μὲ θείαν ὀργὴ τοῦ πόντου ὁ Κύριος μᾶς παιδεύει
κ᾿ ἡ θάλασσα μ᾿ ὅλα τὰ θεριακά της.
Γυρίζει ὁ κύκλος τῶν καιρῶν.
Οἱ Ἀνέμοι κυνηγοῦν τὰ κύματα,
κ᾿ ἐμεῖς γυρεύουμε στὰ πέλαα τὴν Ἰθάκη
καὶ μίαν ἄσπρη κλωνιὰ καπνὸ ἀπ᾿ τὸ παραγώνι.
Θὰ βροῦμε, δὲ θὰ βροῦμε τὴν Ἰθάκη;
Θεὸς βοηθός! Ὅμως γιὰ πάντα
στὰ ταραγμένα πέλαα θὰ μᾶς φέγγουν,
χορεύοντας πάνω ἀπὸ τὶς φουρτοῦνες,
καὶ μὲς στὰ νεκρὰ μάτια τῶν συντρόφων,
οἱ φλόγες οἱ μεγάλες ἀπὸ τὴν Τροία,
οἱ ρόδινες οἱ φλόγες τῆς Ἑλένης.
Λέων
EMILY BRONTE
Ευτυχία
Η ευτυχία μου στ’ αλήθεια πόσο πιο μεγάλη
Όταν κρατώ απ’ το σώμα πιο απάνω την ψυχή
Μια νύχταν ανεμόδαρτη που το φεγγάρι θάλει
Και πλέουνε τα μάτια μου σε κόσμο διαυγή.
Παρθένος
ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ
Τριαντάφυλλα στο παράθυρο
Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Yπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.
Ζυγός
ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ο μυστικός ποιητής
hommage à raveL
η σκιά της λίμνης
απλώνονταν μέσ’ στο δωμάτιο
και κάτω από κάθε καρέκλα
κι’ ακόμη κάτω απ’ το τραπέζι
και πίσω απ’ τα βιβλία
και μέσ’ στα σκοτεινά βλέμματα
των γύψινων προπλασμάτων
ακούγονταν σαν ψίθυρος
το τραγούδι της
μυστικής ορχήστρας
του νεκρού ποιητή
και τότε μπήκε η γυναίκα που περίμενα
τόσον καιρό
ολόγυμνη
μέσ’ στ’ άσπρα ντυμένη
κάτω απ’ το φως του φεγγαριού
με τα μαλλιά λυμένα
με κάτι μακριά πράσινα χορτάρια μέσα στα μάτια
που κυματίζανε αργά
ωσάν τις υποσχέσεις
που δεν δοθήκανε ποτές
σε μακρινές άγνωστες πόλεις
και σ’ άδεια
ερειπωμένα
εργοστάσια
κι’ έλεγα να χαθώ κι’ εγώ
σαν το νεκρό ποιητή
μέσα στα μακριά
μαλλιά της
με κάτι λουλούδια
π’ ανοίγουν το
βράδυ
και
κλείνουν
το πρωί
με κάτι ψάρια ξερά
που κρέμασαν
μ’ ένα σπάγγο
ψηλά
στην καρβουναποθήκη
κι’ έτσι να φύγω
μακριά
απ’ την οχλαγωγή
και το θόρυβο
του σκοπευτηρίου
να φύγω μακριά
μέσ’ στα σπασμένα
τζάμια
και να ζήσω
αιώνια
πάνω στο ταβάνι
έχοντας όμως
πάντα
μέσα στα μάτια
τα μυστικά τραγούδια
της νεκρής ορχήστρας
του
ποιητή
Σκορπιός
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Του Αιγαίου
Ι
Ο έρωτας
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι
Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Ένα καράβι
Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ενα νησί λικνίζει
Τον ερχομό.
ΙΙ
Παιχνίδια τα νερά
Στα σκιερά περάσματα
Λένε με τα φιλιά τους την αυγή
Που αρχίζει
Ορίζοντας —
Και τ’ αγριοπερίστερα ήχο
Δονούνε στη σπηλιά τους
Ξύπνημα γαλανό μες στην πηγή
Της μέρας
Ήλιος —
Δίνει ο μαΐστρος το πανί
Στη θάλασσα
Τα χάδια των μαλλιών
Στην ξεγνοιασιά του ονείρου του
Δροσιά —
Κύμα στο φως
Ξαναγεννάει τα μάτια
Όπου η Ζωή αρμενίζει προς
Τ’ αγνάντεμα
Ζωή —
Τοξότης
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ
Ἡ μυγδαλιά
Ἐκoύνησε τὴν ἀνθισμένη μυγδαλιὰ
μὲ τὰ χεράκια της
κι ἐγέμισε ἀπὸ ἄνθη ἡ πλάτη, ἡ ἀγκαλιὰ
καὶ τὰ μαλλάκια της.
Ἄχ! χιονισμένη σὰν τὴν εἶδα τὴν τρελλὴ
γλυκὰ τὴ φίλησα,
τῆς τίναξα τὰ ἄνθη ἀπ᾿ τὴν κεφαλὴ
κι ἔτσι τῆς μίλησα:
-Τρελλὴ νὰ φέρεις στὰ μαλλιά σου τὴ χιονιὰ
τὶ τόσο βιάζεσαι;
Μόνη της θὲ νὰ ῾ρθεῖ ἡ βαρυχειμωνιά,
δὲν τὸ στοχάζεσαι;
Τοῦ κάκου τότε θὰ θυμᾶσαι τὰ παλιὰ
τὰ παιχνιδάκια σου,
κοντὴ γριούλα μὲ τὰ κάτασπρα μαλλιὰ
καὶ τὰ γυαλάκια σου.
Αιγόκερως
ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ
Λύχνος του Αλαδίνου
Την ανεξήγητη γραφή να λύσω πολεμώ
που σου χαράξαν πειρατές Κινέζοι στις λαγόνες.
Γυμνοί με ξύλινους φαλλούς τριγύρω απ’ το λαιμό
μας σπρώχναν προς την θάλασσα με τόξα οι Παταγόνες.
Κόκκαλο ρίξε στο σκυλί το μαύρο που αλυχτά
και στείλε την «φιγούρα» μας στον πειρατή ρεγάλο
Πες μου, που βρέθηκε η στεριά στου πέλαου τ’ ανοιχτά
και το δεντρί με το πουλί που κρώζει το μεγάλο;
Για το άστρο της ανατολής κινήσαμε μικροί.
Πουλί, πουλάκι στεριανό, θάλασσα δε σου πρέπει!
Και σε που σε φυτέψαμε, παιδί στο Κονακρί,
με γράμμα συμβουλευτικό της μάνας σου στην τσέπη.
Του ναύτη δος του στην στεριά κρεβάτι και να πιει.
-Όλο τον κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες….-
Μεσ’ το μετάξι κρύβονταν της Ίντιας οι σκορπιοί
κ’ έφερνε ο αγέρας της νοτιάς στην πλώρη άμμο κι ακρίδες.
Σημάδι μαύρο απόμεινε κι ας έσπασε ο χαλκάς.
-Στην αγορά του Αλιτζεριού δεμένη να σε σύρω.-
και πήδηξε ο μικρός θεός μια νύχτα, των Ινκάς,
στου Αιγαίου τα γαλανά νερά, δυο μίλια όξω απ’ την Σκύρο
Μεσάνυχτα και ταξιδεύεις δίχως πλευρικά!
Σκιάζεσαι μήπως στο γιαλό τα φώτα σε προδίνουν,
μα πρύμα πλώρα μόνη εσύ πατάς στοχαστικά,
κρατώντας στα χεράκια σου τον λύχνο του Αλαδδίνου.
Υδροχόος
LORD BYRON
Και τι μένει πιά σ’ αυτή την άκρη;
Για τους Έλληνες μιά ντροπή,
για την Ελλάδα ένα δάκρυ
Ιχθύες
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Γιατί βαθιά μου δόξασα
Γιατὶ βαθιά μου δόξασα καὶ πίστεψα τὴ γῆ
καὶ στὴ φυγὴ δὲν ἅπλωσα τὰ μυστικὰ φτερά μου,
μὰ ὁλάκερον ἐρίζωσα τὸ νοῦ μου στὴ σιγή,
νὰ ποὺ καὶ πάλι ἀναπηδᾶ στὴ δίψα μου ἡ πηγή,
πηγὴ ζωῆς, χορευτικὴ πηγή, πηγὴ χαρά μου…
Γιατὶ ποτὲ δὲ λόγιασα τὸ πότε καὶ τὸ πῶς,
μὰ ἐβύθισα τὴ σκέψη μου μέσα στὴν πάσαν ὥρα,
σὰ μέσα της νὰ κρύβονταν ὁ ἀμέτρητος σκοπός,
νὰ τώρα πού, ἡ καλοκαιριὰ τριγύρα μου εἴτε μπόρα,
λάμπ᾿ ἡ στιγμὴ ὁλοστρόγγυλη στὸ νοῦ μου σὰν ὀπώρα,
βρέχει ἀπ᾿ τὰ βάθη τ᾿ οὐρανοῦ καὶ μέσα μου ὁ καρπός!…
Γιατὶ δὲν εἶπα: «ἐδῶ ἡ ζωὴ ἀρχίζει, ἐδῶ τελειώνει…»
μὰ «ἂν εἶν᾿ ἡ μέρα βροχερή, σέρνει πιὸ πλούσιο φῶς…
μὰ κι ὁ σεισμὸς βαθύτερη τὴ χτίση θεμελιώνει,
τὶ ὁ ζωντανὸς παλμὸς τῆς γῆς ποὺ πλάθει εἶναι κρυφός…»
νὰ πού, ὅ,τι στάθη ἐφήμερο, σὰ σύγνεφο ἀναλιώνει,
νὰ ποὺ ὁ μέγας Θάνατος μοῦ γίνηκε ἀδερφός!…
